"Μπήκαν οι κλέφτες στο χωριό" και "Εκθεση: Πως πέρασα το Πάσχα"

| Ετικέτες , | Posted On Πέμπτη, 5 Μαΐου 2011

Μπήκαν οι κλέφτες στο χωριό
της Αρτέμιδος Καπούλα 
25-3-2011 

Πριν δύο μέρες βρέθηκα στην γενέτειρα, στο χωριό όπως εξακολουθώ  να το αποκαλώ ασχέτως αν έχει πλέον γύρω στους 10.000 κατοίκους και είναι το κέντρο ενός από τους  «καλλικρατικούς» δήμους της Στερεάς. Τα πάντα ήταν όπως τα ήξερα εκτός από μια έκδηλη ανησυχία, πηγαδάκια στην μέση του δρόμου που παράπεμπαν σε προεκλογική περίοδο και αυξημένη κίνηση σε δυο συγκεκριμένα εμπορικά καταστήματα. Στην αρχή σκέφθηκα ότι όλο αυτό έχει να κάνει με την επικείμενη εθνική εορτή αλλά βλέποντας τους να βγαίνουν από τα καταστήματα διαπίστωσα ότι δεν κρατούν ελληνικές σημαίες ως είθισται αλλά σύρτες. Σύρτες παντός είδους για παράθυρα, πόρτες, αποθήκες...



Μια στάση σε ένα από τα  καφενεία του χωριού ήταν αρκετή για μια πλήρη ενημέρωση. Την τελευταία εβδομάδα έχουν γίνει πάνω από είκοσι ληστείες σε σπίτια. Οι κλέφτες σπάνε τις  κλειδαριές, μπουκάρουν στο σπίτι  και κλέβουν κυρίως μετρητά, κοσμήματα και φαγητό. Σε ένα από τα σπίτια που διέρρηξαν αφού έφαγαν, έβαλαν το υπόλοιπο σε τάπερ και το πήραν μαζί. Δεν ξέρω αν ο ιδιοκτήτης δήλωσε και την κλοπή των τάπερ στην αστυνομία.

Το χωριό μου δεν έχει αστυνομικό τμήμα, έχει σταθμό επανδρωμένο με δύο (2) αστυφύλακες. Όπως καταλαβαίνετε ακόμα και όταν δηλώνεται η κλοπή ή ενημερωθούν ότι είναι εν τη γενέσει δηλώνουν αδυναμία να παραβρεθούν μιας και ο ένας θα πρέπει να παραμείνει στο σταθμό. Η μόνη περίοδος που έχουμε δει αυξημένη αστυνομική δύναμη είναι όταν ψάχνουν τον κοντοχωριανό μας τον  κύριο Παλαιοκώστα. Οι τοπικές αρχές έχουν ζητήσει την δημιουργία αστυνομικού τμήματος που να μπορεί να καλύπτει την περιοχή αλλά  δεν πρόλαβαν την εποχή που «λεφτά υπήρχαν», τώρα είναι πολύ δύσκολο.


Σοβαρά τώρα. Οι κάτοικοι είναι ανάστατοι και οι περισσότεροι από αυτούς προσπαθούν μόνοι τους με ότι τρόπο μπορούν να αποτρέψουν τους κλέφτες από το να μπουκάρουν στα σπίτια τους. Το πιο ανησυχητικό είναι ότι έχουν επιστρατεύσει πέρα από σύρτες και κλειδαριές,  όπλα, κυρίως κυνηγητικές καραμπίνες που υπάρχουν σχεδόν σε όλα τα σπίτια της επαρχίας. Η πλειοψηφία κατηγορεί αλλοδαπούς και μετανάστες. Ο τόπος είναι γεμάτος από ανθρώπους που τα προηγούμενα χρόνια-της μη κρίσης-έβγαζαν ένα κομμάτι ψωμί κάνοντας οποιαδήποτε δουλειά γεωργική ή μη δεν μπορούσαν ή θεωρούσαν «υποτιμητική» οι συμπατριώτες μου. Τώρα περιφέρονται άνεργοι, νηστικοί και εξαθλιωμένοι σε μια κοινωνία που δεν μπορεί καν να θρέψει τους δικούς της .

Δεν ξέρω αν οι υπεύθυνοι για τις κλοπές είναι άνθρωποι που πεινάνε-Έλληνες και ξένοι. Μπορεί  κάλλιστα  να είναι απλώς πεινασμένοι. Οι συγχωριανοί μου δεν το πιστεύουν, έχουν κλείσει τα αυτιά τους και έχουν σηκώσει την παντιέρα της επανάστασης. Δεν τους αδικώ. Δεν ξέρω πόσο θα μπορούσα να κρατήσω την ψυχραιμία μου και τον οποιοδήποτε πολιτισμό μου αν ξυπνούσα ένα βράδυ και έβλεπα το σπίτι  λεηλατημένο και τον κλέφτη να τρώει στο τραπέζι μου.  Ίσως η μόνη διαφορά να ήταν ότι δεν θα με ένοιαζε ο τόπος καταγωγής του. Ξέρω όμως ότι όσο περνάει ο καιρός και δεν ακολουθείται καμία κυβερνητική πολιτική η οποία να λύνει το μεταναστευτικό, όσο ή ανεργία φουντώνει και πλήττει την χώρα από άκρη σε άκρη τόσο η  μέχρι πρότινος ανέχεια θα μετατρέπεται σε φόβο και ο φόβος απέχει μια δρασκελιά από το  μίσος. 
 
Φοβάμαι επίσης ότι σιγά-σιγά θα γυρίσουμε στην εποχή της αυτοδικίας και τότε δεν θα υπάρχει δικαστής που να μπορεί να ξεχωρίσει το θύμα από τον θύτη. Δεν θα έχει και σημασία άλλωστε, η ιδιότητα δεν αναγράφεται στην ταφόπλακα... 



Εκθεση: Πως πέρασα το Πάσχα 

της Αρτέμιδος Καπούλα 
24-4-2011 



Το Πάσχα είναι η χειρότερη μου γιορτή. Από παιδί, από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου η μεγάλη εβδομάδα ήταν πραγματικά μεγάλη, ο δικός μου Γολγοθάς. Ξεκινούσε με το άσπρισμα όλης της αυλής με ασβέστη και συνεχιζόταν με γενική καθαριότητα, βάψιμο αυγών και γλαστρών (αυτός ο συνδυασμός στο μυαλό της μάνας μου παρέμεινε ανεξήγητος στο πέρασμα των χρόνων). Κάθε μέρα στις 7 παρά και πριν σημάνει η καμπάνα έπρεπε να βρισκόμαστε στην εκκλησία κρατώντας το βιβλιαράκι που αποσπούσε την προσοχή μας από τον φάλτσο ψάλτη. Πονούσαν  τα αυτιά ολονών αλλά κανένας δεν τολμούσε να του πει την αλήθεια. Μεγάλη Πέμπτη στολίζαμε τον επιτάφιο και την επομένη ως άλλες μυροφόρες  τον ακολουθούσαμε τουρτουρίζοντας φορώντας κάτι μωβ φουστανάκια που μπουρδουκλώνανε τα πόδια μας. Στο χωριό-έχοντας δυο ενορίες-υπήρχε πάντα ανταγωνισμός για το ποιος επιτάφιος ήταν ο καλύτερος και η συνάντηση στην μέση της πλατείας ήταν το σημείο μηδέν της αναμέτρησης. Πάντα υπήρχαν δύο νικητές.

Μεγάλο Σάββατο  πρωί ερχόταν ο θείος κουβαλώντας το αρνί-αυτό που είχε επιλεγεί για να εξαφανίσει τις αμαρτίες μας-και αφού θυσιαζόταν στην αυλή ακολουθούσε ένας πανικός από παραγγέλματα, λεκάνες που γέμιζαν με άντερα και άλλα ειδεχθή στα παιδικά μου μάτια. Το αρνί σουβλιζόταν (μια φορά τόλμησα να ρωτήσω γιατί δεν το σταυρώνουμε και ακόμα θυμάμαι το χαστούκι που άστραψε στο μάγουλο μου), στηνόταν όρθιο και ο δικός μου ρόλος ήταν να παραφυλάω μπας και το φτύσει καμιά μύγα και πάει χαμένος ο κόπος μας. Στηνόμουν λοιπόν φρουρός έξω από την πόρτα και παρακολουθούσα τους υπόλοιπους να φτιάχνουν κοκορέτσια και  κοντοσούβλια. Το βράδυ πια, όλοι κατάκοποι και μες στα νεύρα από την ταλαιπώρια της μέρας, βάζαμε τα καλά μας και δώδεκα παρά πέντε ήμασταν έξω από την εκκλησία. Δώδεκα και τρία λεπτά είχαμε εξαφανιστεί, διακτινιστεί σχεδόν και με την λαμπάδα στο χέρι γυρνούσαμε σπίτι να κάνουμε τον καθιερωμένο σταυρό έξω από την πόρτα και να την πέσουν οι λυσσασμένοι από την νηστεία σε ότι υπήρχε πάνω στο τραπέζι.


Το πρωί της Κυριακής το εγερτήριο σήμανε σ τις 5.30. Έπρεπε να ανάψει η φωτιά, να πέσει και μετά με αργές κινήσεις να γυριστεί το αρνί για πέντε- έξι ώρες. Όλη η γειτονιά μύριζε τσίκνα, το «παντρεμένοι και οι δυο» μιξαριζόταν με το «ένας αητός καθότανε» από το διπλανό σπίτι και ακολουθούσε ο γνωστός καυγάς ανάμεσα σε γαμπρούς και πεθερούς που αφορούσε τις ψηστικές τους ικανότητες. Η μάνα παρέμβαινε με ένα «μέρες που ναι» και  η τάξη επανερχόταν.


Κατά τη μια ήταν όλοι μεθυσμένοι ή σε ευφορία. Το αρνί είχε ψηθεί, το τραπέζι είχε στρωθεί και εγώ αφού είχα ακούσει για μια ακόμα φορά την μομφή στην φωνή όλων «μα που έμοιασε αυτό το παιδί, ακούς να μη τρώει το αρνί» έπαιρνα το πιάτο με τα μακαρόνια μου και περίμενα να τελειώσει όλο αυτό για να γίνει η δική μου η ανάσταση, αυτό που περίμενα υπομονετικά μια εβδομάδα. Ο θείος θα άνοιγε το πορτοφόλι και θα μας έδινε λεφτά για να πάρουμε το πρώτο παγωτό της χρονιάς. Ξυλάκι βανίλιας ή σοκολάτας.
 
Σαράντα χρόνια μετά το Πάσχα  παραμένει η χειρότερη μου γιορτή. Πολλά πράγματα άλλαξαν. Αγαπημένοι άνθρωποι χάθηκαν, άλλοι γεννήθηκαν, η ζωή αντικατέστησε τα κοτσιδάκια με άσπρα μαλλιά, ο Γαϊτάνος τον φάλτσο ψάλτη, το μηχανάκι του ψησίματος τους καβγάδες. Εγώ εξακολουθώ να απέχω από την γιορτή, να μην τρώω το αρνί μόνο που δίπλα στην μομφή κουρνιάζει και η ζήλια «τυχερή, γλιτώνεις την χοληστερίνη».
 
Μόνο την ώρα του παγωτού, σε εκείνο το κρακ που γεμίζει το στόμα σοκολάτα πιάνω τον εαυτό μου να ψάχνει τα κοτσίδια του, ακούω λες την φωνή της μάνας  «σιγά-σιγά, δικό σου είναι, δεν θα στο φάει κανένας»…

Σχετικές Αναρτήσεις :



Comments:

There are 0 σχόλια for "Μπήκαν οι κλέφτες στο χωριό" και "Εκθεση: Πως πέρασα το Πάσχα"

Δημοσίευση σχολίου

Σχόλια άσχετα με το θέμα της ανάρτησης θα διαγράφονται.

Μας διάβασαν